Πολύς λόγος έγινε προεκλογικά (και ουσιαστικά πολύ πριν ξεκινήσουμε να μιλάμε για τις Εκλογές της 6ης Μαΐου) για την αναγκαιότητα εκλογικής —έστω— συνεργασίας των δύο Φιλελευθέρων κομμάτων, της Δράσης, που ήδη συνεργάζεται στενά με τη Φιλελεύθερη Συμμαχία, και της Δημοκρατικής Συμμαχίας. Δεν έμεινα έξω από αυτό, καθώς συμμετείχα με κείμενα (περιορισμένης, φυσικά, «επιδραστικότητας») στη συζήτηση.
Παρά ταύτα, κάτι τέτοιο δεν κατέστη δυνατόν. Δε θέλω να μείνω στους λόγους τής μη συνεργασίας, ούτε να ρίξω (ποιος είμαι εγώ, άλλωστε;) τα βάρη στη μία ή στην άλλη πλευρά: οι στενοί συνεργάτες του Μάνου και της Ντόρας τούς γνωρίζουν καλά. Απλώς να πω ότι, καθόσον γνωρίζω, δεν ήταν θέμα προβολής τού ενός ή της άλλης — δεν ετέθη τέτοιο εγωιστικό θέμα, ποτέ.
Η συμφωνία δεν επετεύχθη, οι δύο σχηματισμοί κατέβηκαν ξεχωριστά, και έλαβαν 2,5% (ΔΗΣΥ) και 1,8% (Δράση-ΦιΣ) αντίστοιχα, οπότε και έμειναν εκτός Βουλής.
Λέγεται λοιπόν, ότι κακώς-κάκιστα δεν έκαναν παν δυνατόν προεκλογικά για να σχηματίσουν την πολυπόθητη «συμμαχία», καθώς κάτι τέτοιο θα τους έδινε το άθροισμα των αποτελεσμάτων τους, ένα 4,3%, και άρα κάποιους βουλευτές (άλλος λέει 10, άλλος 15).
Ίσως να έχουν δίκιο αυτοί που τα λένε αυτά. Ίσως όμως να έχουν και άδικο.
Στην πρώτη περίπτωση, αν πράγματι η εκλογική συνεργασία θα έφερνε στο συνδυασμό ένα ικανό ποσοστό εισόδου στη Βουλή, ας πούμε ένα 4,3%, ο συνολικός αριθμός των βουλευτών που ας μου επιτραπεί να ονομάσω «μνημονιακούς» (και βάζω και την αντημνημονιακή ΔΗΜΑΡ μέσα…) δε θα ξεπερνούσε και πάλι τους 170 (τόσους έχουν σήμερα ΝΔ, ΠΑΣΟΚ και ΔΗΜΑΡ), ενώ και τα τέσσερα κόμματα μαζί θα συγκέντρωναν μάξιμουμ ένα 40% (38% συγκεντρώνουν σήμερα ΝΔ, ΠΑΣΟΚ και ΔΗΜΑΡ).
Εκτός αν κάποιος ανάμεσά σας πιστεύει πως η Δράση-ΔΗΣΥ θα αντλούσε ψηφοφόρους από κόμματα όπως ο ΣΥΡΙΖΑ και οι Hellenes…
Εν πάση περιπτώσει: αναφορικά με την αυριανή άσκηση εξουσίας από κάποια κυβέρνηση συνεργασίας, δε θα άλλαζε το παραμικρό, φοβούμαι, είτε έμπαινε είτε δεν έμπαινε στη Βουλή ένας τέτοιος συνδυασμός.
Και δε μπήκε: αυτή είναι η δεύτερη περίπτωση.
Το θεωρώ δυνάμει (όχι καθαυτό) καλό, και θα προσπαθήσω να δώσω μία ιδέα γι’ αυτή μου την άποψη.
Στο χαοτικό περιβάλλον που διαμορφώθηκε από το αποτέλεσμα των Εκλογών, με τη γιγάντωση των δύο άκρων του πολιτικού φάσματος και την απειλή για χρεοκοπία της χώρας να φαντάζει πιο κοντά από ποτέ, η αποτυχία των Φιλελευθέρων κομμάτων να εκπροσωπηθούν στη Βουλή θα τα κάνει —ελπίζω— να συνειδητοποιήσουν με ενάργεια και περίσκεψη τι έφταιξε, τι φταίει, ποιες είναι οι πραγματικές δυνατότητές τους και αν τα στελέχη τους είναι σε θέση (όχι ότι είναι και κανείς…) να κάνουν σαφείς αναλύσεις για το τι μάς μέλλει. Βέβαια, δεν ήταν σε θέση να τις κάνουν προεκλογικά, όπως άλλωστε και κανείς από τον, ας τον πούμε έτσι, μεταρρυθμιστικό χώρο. Κι αυτό μπορεί να αποδειχθεί πολύ, πάρα πολύ σπουδαιότερο από μία σημερινή πύρρειο νίκη τους. Εάν, δε, εισέρχονταν στη Βουλή (κατά μόνας ή συνεργαζόμενα) τα δύο κόμματα, με 8 βουλευτές έκαστο (πράγμα αδύνατον, όπως καταφανώς αποδείχτηκε), ή με 10 ή 15 από κοινού, απλώς θα έδειχναν τα όρια που έχουν υπό το σημερινό στάτους και θα σπαράσσονταν, θα διαστρέφονταν και θα περιθωριοποιούνταν ταχύτατα. Αυτή η Βουλή, αν ευοδωθεί να βγάλει κυβέρνηση (που αποκλείεται), θα είναι Βουλή-τραγέλαφος.
Ο Φιλελευθερισμός στη χώρα των Μεγάλων Απουσιών δε μπορεί να γίνει κυρίαρχη ιδεολογία. (Ποτέ δε μπόρεσε, ελάχιστες φωτεινές εξαιρέσεις μπορεί να ανασύρει από τη μνήμη του κανείς, διάσπαρτες στην πολιτική Ιστορία μας, και θνησιγενείς). Μπορεί όμως, ενδεχομένως, να καταστεί μία πνευματική πηγή, μία εστία πολιτικής-οικονομικής σκέψης, ένας πυρήνας που θα μπολιάσει κάτι ευρύτερο. Κι αυτό θα έχει περισσότερα και σημαντικότερα οφέλη για τη χώρα από τη συμμετοχή κάποιων, ελαχίστων, Φιλελευθέρων βουλευτών σε μία συγκυβέρνηση.
Είναι η ώρα, επαναλαμβάνω, για αποφάσεις ουσίας και προοπτικής. Μα είναι και η ώρα να ξεπεραστούν άρδην οι φιλοσοφικές «διαφορές» με όμορους χώρους σκέψης και πολιτικής πρακτικής. Και να μιλήσουμε (αλλά όχι μόνο να μιλήσουμε) ανοιχτά για σύγκλιση με τη Σοσιαλδημοκρατία, τέκνο επίσης του Διαφωτισμού: για συγκερασμό εν τοις πράγμασι. Να μιλήσουμε εντέλει για ένα Φιλελεύθερο-Σοσιαλδημοκρατικό μεγάλο κόμμα, για το κόμμα του ελληνικού φιλοευρωπαϊκού μεταρρυθμιστικού Κέντρου — για ένα κόμμα που θα μπορεί να έχει ευρύ λαϊκό έρεισμα.
Δε θα ’ναι η πρώτη φορά, αλλά μακάρι να είναι η τελευταία. Έτσι κι αλλιώς, περιθώρια πλέον δεν υπάρχουν.
ΥΓ1: «Και αν δε λάμβαναν μόνο 4,3%, ήτοι το άθροισμα των επιμέρους ποσοστών τους έτσι και συνεργάζονταν;» ρωτούν πολλοί. «Και αν λάμβαναν λιγότερο;» ας μου επιτραπεί να αντιστρέψω το ερώτημα.
ΥΓ2: Σε αντίθεση με πολλούς (καθώς και με τα ίδια τα δύο κόμματα, τη Δράση και τη ΔΗΣΥ), δε συμπεριλαμβάνω εδώ τη Δημιουργία, Ξανά!, καθώς τη θεωρώ ακραία συντηρητική, με Φιλελεύθερο μανδύα.
ΥΓ3: Δεν εννοώ, βέβαια, ότι ονειρεύομαι να πάψουν να υπάρχουν «συνιστώσες» και ξεκάθαρες σχολές σκέψης όταν μιλώ για ένα Φιλελεύθερο-Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα. Ας υπάρχει ό,τι θέλει. Όταν λέω «συγκερασμός», εννοώ άρση δευτέρας τάξεως εμποδίων. Με μέλλει μόνο η σύγκλιση των (όπως τις λέγαμε παλιά) «προοδευτικών δυνάμεων», των δυνάμεων που θα μάχονται για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, την Ελεύθερη Κοινωνία και την Ελεύθερη Οικονομία.