H λευκή ταινία
Οι δυο δραπέτες, μου είπαν, ήξεραν πως μετά τον τελευταίο αμμόλοφο ―μια σειρά από σπασμένες κλεψύδρες, ένας κοιμισμένος γίγαντας από καυτό χιόνι― ανοιγόταν η Κοιλάδα. Στην αρχή, έλεγε ο κόσμος, ξερή κι αυτή, ρημαγμένη απ’ τον ήλιο, αλλά δύο; τρία; λίγα χιλιόμετρα πιο κει ήταν το ποτάμι, και ποτάμι σημαίνει δέντρα, και δέντρα σημαίνει άνθρωποι, και άνθρωποι παναπεί―
Αλλά πριν φτάσουν στο ποτάμι, και στους ανθρώπους, ό,τι κι αν σήμαιναν αυτοί, έπρεπε να φτάσουν στον αμμόλοφο, έπρεπε να τον ανέβουν όπως τους προηγούμενους και να κατρακυλήσουν στην απέναντι πλευρά του. Κι ακόμα ήταν στο πριν. Πήγαιναν με το παλιό βάδισμα του λύκου ―εκατό μέτρα τρέξιμο, εκατό μέτρα αργό βάδισμα, μετά άλλα εκατό μέτρα τρέξιμο ― ή περίπου― κι είχαν ίσως αρκετές ακόμα δυνάμεις μέσα τους, αλλά από ώρα σε ώρα μπορεί να έπεφτε πάνω τους η σκιά από κάποιο Καναρίνι, και μες στο στροβοσκοπικό σύννεφο της κρυσταλλικής άμμου που θα σήκωναν οι έλικές του όλα θα τέλειωναν μια και καλή.
«Δεν πρόκειται να γυρίσω εκεί πίσω», του ’χε πει ο άλλος.
Δεν είχε καταλάβει, άλλωστε τ’ αφτιά του τον πονούσαν, η έρημος έπαιζε εδώ και ώρα έναν μινιμαλιστικό σκοπό μέσα στο κεφάλι του και κάπου-κάπου αυτό τού αποσπούσε την προσοχή από τα βήματά του.
«Τι εννοείς;»
«Θα αρνηθώ. Δε θα γυρίσω».
«Θα σε σκοτώσουν», είχε προσπαθήσει να του φωνάξει, αλλά η φωνή του ακούστηκε αφύσικα στεγνή, αφύσικα ψιθυριστή, σάμπως η άμμος στο στόμα του να την αιχμαλώτιζε στους κόκκους της και να την έστελνε ολόκληρη στο πορώδες, καυτό έδαφος από κάτω τους. Κατάπιε με δυσκολία.
Ο άλλος χαμογέλασε.
«Το ξέρω», του είχε πει. Οι τριχοειδείς φλέβες στους βολβούς των ματιών του είχαν μπλεχτεί σα δυο σταυρόλεξα χωρίς μαυρισμένα τετράγωνα. «Το ξέρω».
Ήθελε να του απαντήσει πως κι αυτός δε θ’ άντεχε να ξαναγυρίσει στον Κώνο, ήταν το τελευταίο πράγμα που θα του περνούσε ποτέ απ’ το μυαλό, κανείς δε θα ’θελε να το κάνει, αλλά ― αλλά δεν είχαν άλλη επιλογή. Αυτό το σκέφτηκε αμέσως μετά. Αν τους έβρισκαν, αν τους έπιαναν ―Θεέ μου! το πιο εύκολο πράγμα του κόσμου, ήταν σαν τις μύγες μες στο γάλα σ’ αυτόν το γκρίζο ερημότοπο, κι ας φορούσαν τις άσπρες στολές των Κωνιτών, και κόκκινες να ’τανε ίδιο στόχο θα δίναν―, αν τους έπιαναν θα τους δένανε μ’ εκείνα τα λεπτά καλώδια που μπήγονταν στη σάρκα με την παραμικρότερή σου κίνηση, και θα τους γύριζαν αμίλητοι στον Κώνο ― αμίλητοι οι κερατάδες, αμίλητοι, ποτέ δεν άνοιγαν το στόμα τους, ποτέ σ’ όλη τους την καταραμένη βάρδια. Και μετά ―τα ’ξερε αυτά, δεν τα ’ξερε; θα ’χε κάνει κι έξω απ’ τη Μυρμηγκοφωλιά, όχι; θα ’χε ακούσει κάτι κι αυτός―, μετά θα τους άφηναν σε ένα από τα κελιά ανώτερου επιπέδου, πιο κοντά στους βαρυποινίτες, στους πραγματικούς βαρυποινίτες ― μερικοί από δαύτους είχαν ανέβει στην ιεραρχία της κάθειρξης μόνο και μόνο μετά από μια σειρά αποτυχημένες αποδράσεις. Ή απλώς μεμπτής διαγωγής. Καταλάβαινε τι σήμαινε αυτό; μεμπτής διαγωγής; Δεν ήξερε τι συνέβαινε σ’ εκείνα τα επίπεδα, δεν είχε γνωρίσει κανέναν για να του το πει άλλωστε, αλλά δε μπορούσε να σκεφτεί και τίποτε πραγματικά χειρότερο απ’ ό,τι περνούσαν στο Α αυτός κι οι συγκρατούμενοί του. Όχι, δεν ήθελε να γυρίσει πίσω, ούτε λόγος ― μα δεν άντεχε και τη σκέψη του θανάτου. Πριν το σκάσουν δεν του ’χε περάσει καθόλου απ’ το νου, κι αν μπορούσε κανείς ας του το εξηγούσε το γιατί, αλλά τώρα, στους πρόποδες αυτού εδώ του τελευταίου αμμόλοφου, τόσο λίγο μακριά απ’ τις ατέλειωτες κρυψώνες της ελευθερίας, τώρα έτρεμε καθώς αναλογιζόταν τι θα τους συνέβαινε αν αγνοούσαν την προειδοποιητική μουσική απ’ τα μεγάφωνα του Καναρινιού. Δεν ήθελε να πεθάνει. Ήταν δεκαεννιά χρονών. Δεν ήταν δυνατό να πεθάνει.
«Αν ξαναγυρίσουμε θα έχουμε μια πιθανότητα, έτσι δεν είναι; Μια πιθανότητα ακόμα. Ε;»
«Βέβαια», του είχε απαντήσει. «Μια πιθανότητα ακόμα».
Δεν το άντεχε, και τα μάτια του πονούσαν, κι ο αμμόλοφος μπροστά τους ήταν πανύψηλος ― και ποιος τούς το ’λεγε πως ήταν στ’ αλήθεια ο τελευταίος;
«Τότε γιατί να μη γυρίσουμε;» Είχε ελπίδες, το έβλεπε.
«Εσύ μπορείς να κάνεις ό,τι θέλεις. Αν μας προλάβουν, παραδώσου. Εγώ δε θα το κάνω, κι ας μου ρίξουν». Τα μάτια του ήταν δυο κοκκινόμαυρες σχισμές, αλλά εξακολουθούσε να χαμογελάει. «Μη το φοβάσαι αυτό», του είχε πει πιάνοντας τη λευκή ταινία που τους ένωνε και τραβώντας τη δυνατά. «Μπορεί να μην κόβεται, αλλά δεν καίγεται κιόλας. Εσύ δεν πρόκειται να πάθεις τίποτε. Εντάξει;»
«Δε με νοιάζει να μην πάθω τίποτα!» (Δε θέλω να γίνω κι εγώ κάρβουνο μαζί του! Θεέ μου, γιατί μας έχουν έτσι δεμένους;) «Θέλω μόνο να σου πω ότι―»
Όμως ο άλλος είχε αρχίσει κιόλας να τρέχει, κι έπρεπε να τον ακολουθήσει. Η ταινία ήταν ένα μέτρο μόνο μακριά.
Κι ο αμμόλοφος πλησίαζε. Ολοένα πλησίαζε. Τελευταίος ή όχι.
* * *
Τον είχαν πιάσει για κλοπή, αν κι αυτός οδηγούσε μονάχα το φορτηγό ―δεν είχε μπει στην αποθήκη, δεν είχε πυροβολήσει, δεν του είχαν πει καν οι άλλοι ότι κουβαλούσαν όπλα επάνω τους―, και τον είχαν στείλει οδικώς στον Κώνο την ίδια κιόλας νύχτα με ισόβια, επίπεδο Α. Όλες οι ποινές ήταν ισόβια, μόνο το επίπεδο άλλαζε, ο κόσμος στους δρόμους τα ήξερε αυτά. Και πάντα σε στέλνανε οδικώς στον Κώνο, με μιαν από κείνες τις κλούβες που δεν είχαν ούτε παράθυρα ούτε φρουρούς ούτε τίποτε. Ήταν ένας μαύρος θάλαμος που ταξίδευε μέρες και νύχτες στη σειρά μέχρι να φτάσει στον Κώνο, στη μέση της ερήμου. Τρεφόσουν από κείνα τα αστεία σωληνάκια που κρεμόντουσαν απ’ τη σχάρα επάνω, και μπορούσες να κλείσεις τα μάτια και να κοιμηθείς και να μην κάνεις τίποτε για πρώτη φορά σ’ αυτό τον κόσμο. Είχε ησυχία εκεί μέσα και του άρεσε, κι αν ο γέρος απέναντί του κατάπινε για κάνα λεπτό τη γλώσσα του δε θα ’θελε να φύγει από την κλούβα για την υπόλοιπή του ζωή, αλλά εκείνος συνέχεια μουρμούριζε και μουρμούριζε και κλαιγόταν κι έλεγε παραμύθια για τον Κώνο και τους δρόμους και τις παλιές πόλεις και για το ’να και για τ’ άλλο, και δεν τον άφηνε σε ησυχία. Ο ηλίθιος ο γέρος ― του ’χε πει κι ότι όλ’ αυτά, λέει, τα κάνανε για να νομίζεις πως βρίσκεσαι στην έρημο, ενώ τάχα ο Κώνος ήτανε κάπου στο κέντρο, αλλά τώρα αυτός το ’ξερε, τώρα το ’βλεπε, οι φυλακές είχανε στ’ αλήθεια φτιαχτεί καταμεσής σε τούτο τον παλλόμενο κόσμο από άμμο κι από φως κι από σαύρες.
Ναι, τον είχε παραβεί το νόμο ―πολλούς νόμους ίσως―, μα ήταν πολύ, τα ισόβια παραήταν πολύ για κάποιον που δεν είχε κάνει τίποτα στραβό μέχρι τότε, για κάποιον που είχε μπλεχτεί ― άμα γινόντουσαν δικαστήρια ακόμα θα τους το ’λεγε, τον είχαν μπλέξει οι άλλοι, κι ούτε καν του ’χανε πει ότι θα κουβαλούσανε όπλα, πόσο μάλλον ότι θα τα χρησιμοποιούσαν κιόλας. Δεν ήταν άδικο; Δεν ήταν άδικο που θα ’πρεπε να περάσει τώρα όλη του τη ζωή στον Κώνο δουλεύοντας στην κωλοαλυσίδα πάνω σε πράγματα που δεν ήξερε ούτε πού χρησιμεύανε, αν τα έπιανε ποτέ στα χέρια του κανένας δηλαδή; να ’ναι δίπλα-δίπλα με αληθινούς εγκληματίες, με τύπους που είχαν βιάσει κι είχαν σκοτώσει κι είχαν καταστρέψει; Έτρεμε όταν τους κοιτούσε να κάθονται βλοσυροί δίπλα του και να δουλεύουν αργά, άκεφα, μουρμουρίζοντας μέσ’ απ’ τα δόντια τους και ρίχνοντας ματιές όλο σημασία στους συγκρατούμενούς τους, σχεδιάζοντας ―αχ πόσο σίγουρος ήταν― φασαρίες και εξεγέρσεις και αποδράσεις. Κανείς τους δεν του μίλησε ποτέ, και κάθε φορά που από μοναχός του προσπαθούσε να πιάσει κουβέντα με κάποιον απ’ αυτούς όταν τέλειωναν τη δουλειά τους και τους οδηγούσανε πίσω στα κελιά, τον απέφευγαν προχωρώντας πιο γρήγορα απ’ το επιτρεπτό ή του γύριζαν την πλάτη ή τον κοιτούσαν λες κι ήτανε φίδι, με το στόμα τους στραβωμένο και τα χείλη σφιχτά. Και ποτέ, ποτέ, ποτέ δεν του είπε το παραμικρό το ζευγάρι του. Κανένας τους. Μήτε λέξη, ένα γεια, κάτι. Του άλλαζαν καθημερινά τον κρατούμενο που κοιμόταν και δούλευε μαζί του, αλλά κανείς τους ―κι ήταν πολλοί, δεν ήταν;―, κανείς τους δεν του ’χε μιλήσει. Δεν ήξερε να πει με σιγουριά για ποιο λόγο το κάνανε, για ποιο λόγο τούς είχανε έτσι δυο-δυο δεμένους, αλλά τίποτε δε γινόταν στον Κώνο αν δεν είχε αποδειχτεί στο παρελθόν ότι απέδιδε. Τούτη η λευκή ταινία που ξεκινούσε απ’ τον αριστερό του καρπό και κατέληγε στον δεξιό του ζευγαριού του, χωρίς να φαίνεται πώς μπορούσε να την πετάξει κανείς από πάνω του αν δεν είχε κείνο το μικροσκοπικό μηχάνημα των φρουρών, τον παπά όπως λέγανε οι παλιοί, πρέπει να είχε τη χρησιμότητά της, όποια κι ήταν αυτή. Μια λευκή ταινία, και δεν ήσουν πια μόνος. Αναγκαζόσουν να πηγαίνεις οπουδήποτε πήγαινες μαζί με τον συγκρατούμενό σου, να τον ακολουθείς σ’ ό,τι έκανε κείνος, από ξημέρωμα μέχρι ξημέρωμα ― δεν ήσουν πια μόνος. Στον Κώνο δεν ήσουν ποτέ μόνος. Αλλά κανείς τους δεν του ’χε μιλήσει, μέχρι χτες το απόγευμα, μετά τη δεύτερή τους βάρδια στην αλυσίδα. Αυτός ―αυτός ο τρελός, αυτός ο χαμογελαστός άντρας που έτρεχε δίπλα του μέσα στους μικρούς στρόβιλους της άμμου― του ’χε μιλήσει. Δεν έκλεισε το στόμα του στο δρόμο για την επιστροφή τους στα κελιά. Του τριβέλιζε το μυαλό, από ’να σημείο και μετά ένιωθε τα λόγια του μέσα στο κεφάλι του να ζουζουνίζουν σαν κουνούπι που του ανατρίχιαζε το δέρμα και τον ανάγκαζε ν’ ανασηκώνεται συνέχεια απ’ το κρεβάτι του. Στην αρχή, και λίγο πιο ύστερα, κι έπειτα πάλι προς το τέλος, σκέφτηκε πως αυτό το πλάσμα δίπλα του δεν ήταν άνθρωπος, αλλά εικονική συντροφιά ― ένα από κείνα τα άυλα πλάσματα που βγαίνανε από ’να κουτί σκαλωμένο στη ζώνη σου και σου κάνανε τη χάρη ν’ απαντούν σε πέντ’-έξι συγκεκριμένες απαντήσεις ― αυτά τα μηχανάκια όμως είχανε αποσυρθεί από την κυκλοφορία εδώ και καιρό, κι έπειτα κανένα τους δεν έδινε τόσο καθαρή εικόνα ούτε διέθετε τόσο μεγάλη γκάμα συζητήσεων. Ο άντρας αυτός ήτανε αυθεντικός τρελός, και τον είχε μπλέξει πολύ χειρότερα απ’ τους άλλους που θέλαν ν’ αδειάσουνε την αποθήκη και χρειαζόντουσαν έναν γρήγορο οδηγό. Ήταν απλό, του ’χε πει, ήταν διαβολεμένα απλό, πώς δεν το είχε δει μόνος του μέχρι τότε; Ο Κώνος δεν είχε κλειδωμένες πύλες, δεν είχε ακτινικά πλέγματα ολόγυρά του, δεν είχε κλειδαριές, τίποτα. Μπορούσε να πάει μέχρι την κοντινότερη έξοδο («Κάθε είσοδος είναι και έξοδος», του είχε πει, «πώς δεν υπάρχουν έξοδοι;») και να κοιτάξει. Δεν υπήρχε τίποτε άλλο πέρα από την έρημο ― μια επίπεδη επιφάνεια γεμάτη αμμόλοφους στο βάθος της. Ωραία. Δεν υπήρχαν ούτε καν σκυλιά, του είχε πει, δεν υπήρχε κανένα μέτρο, ο δρόμος για όποιον ήθελε να φύγει ήταν ανοιχτός, του είχε πει, όλοι το ξέρανε. Αν τα κατάφερνες και περνούσες την έρημο χωρίς να σε πιάσουν τα περίπολα, εξαφανιζόσουν μια κι έξω. «Και γιατί δεν έφευγε κανείς, τότε;» τον είχε ρωτήσει. Ο άλλος χαμογέλασε. «Έχουν φύγει πολλοί», απάντησε. Και το ίδιο βράδυ γλίστρησαν στην παγωμένη έρημο, με το φως του γαλαξία από πάνω τους να τους δείχνει το δρόμο. Ήταν πολύ απλό, τελικά, να το σκάσουν.
Αλλά να πεθάνει; Όχι, όχι, όχι ― δεν ήθελε να πεθάνει. Όχι αυτός. Αν φαινόταν κανένα αναθεματισμένο Καναρίνι και τους έκανε σήμα να σταματήσουν και να μπουν μέσα, θα σταματούσε και θα ’μπαινε. Ήταν δυνατότερος απ’ τον τρελό, και θα τον τράβαγε κι εκείνον μαζί του, κι ας έλεγε ό,τι ήθελε. Αν όμως ο πιλότος δεν το καταλάβαινε; Αν ο άλλος όρμαγε μπροστά για να ξεφύγει ―να ξεφύγει πώς, δηλαδή;― και τον παράσερνε μαζί του; Ήλπιζε, προσευχόταν από μέσα του, να μη φαινότανε ότι κι αυτός δεν υπάκουε στο μουσικό κάλεσμα του Καναρινιού. Αλλά όχι· θα φώναζε πως τον είχαν απαγάγει, πως απ’ την αρχή δεν ήθελε να το σκάσει, πως ήταν θύμα του τρελού, πως τον απειλούσε μ’ ένα όπλο, πως ήταν δεμένος μαζί του με την ταινία ― την ταινία δεν την έβλεπαν; την ταινία; Αυτό θα φώναζε, κι ήταν σίγουρος πως θα τον καταλάβαιναν. Ώς τότε όμως καλύτερα να μην καθυστερούσε. Εδώ και ώρα το παράξενό του ζευγάρι σχεδόν τον έσερνε. Ο τελευταίος ― ο τελευταίος δεν του ’χε πει ότι ήταν; Ο τελευταίος αμμόλοφος, ναι. Και πίσω του ίσως κρυβόταν η ελευθερία. Μπορεί και να τα καταφέρνανε, τελικά. Ναι, μπορεί.
* * *
Κατρακυλούσαν σα νευρόσπαστα, μπροστά βρισκόταν μια ο ένας και μια ο άλλος, η άμμος έμοιαζε να τους ξεπερνά κι εκείνοι να τρέχουν να τη φτάσουν, τα μέλη τους μπερδεύονταν κι η λευκή ταινία είχε τυλιχτεί δυο φορές πάνω στο μπράτσο του κι ο ώμος του ένιωθε πως από ώρα σε ώρα θα του ξεκολλούσε, και πρέπει να ’χε χτυπήσει τον σύντροφό του ανάμεσα στα μάτια με το γόνατο, αλλά όλ’ αυτά σταμάτησαν μόλις έσκασαν με δύναμη πάνω σ’ εκείνο τον γκριζωπό βράχο που όριζε το τέλος του αμμόλοφου, το τέλος της ερήμου και την αρχή μιας έκτασης σπαρμένης χοντρά λιθάρια και κομμάτια φρυγμένης γης πεταμένα δεξιά κι αριστερά σαν αποχώματα ενός γιγάντιου, παράλογου υνιού. Στο τέρμα εκείνου του ξερότοπου μπορούσαν να διακρίνουν σκιάζοντας το κεφάλι και με τα δυο τους χέρια την ιδέα του ποταμού ― τις γκριζωπές σκιές από μια χλομή συστάδα καχεκτικών δέντρων χωρίς φύλλα. Ώστε ήταν αλήθεια, λοιπόν. Δε μπορεί ― άρα, δε μπορεί, εκεί θα υπήρχαν κάποιοι, αγρότες μάλλον, και θα μπορούσαν μια χαρά να κρυφτούν ανάμεσά τους μέχρι να τα καταφέρουν να γυρίσουν πίσω στην πόλη, και να―
Και να τι;
Τι θα έκανε μετά; Θα συνέχιζε να οδηγεί φορτηγά μέσα στη νύχτα και να κλέβει αποθήκες μαζί μ’ εκείνους τους εγκληματίες που δε μέτραγαν τη ζωή τους ούτε μια πεντάρα; Κι ώς πότε; Μέχρι να τον ξαναπιάσουν και να τον πετάξουν σε κανένα ανώτερο επίπεδο, σ’ αυτόν ή σ’ έναν άλλο Κώνο; Δεν ήθελε να το σκέφτεται, αλλά μια φωνή μέσα του παρακαλούσε να ’ρχόταν επιτέλους ένα ελικόπτερο αυτές τις τελευταίες στιγμές ―το ’βλεπε, ήταν οι τελευταίες, δεν υπήρχε καιρός για χάσιμο― και να τους έπαιζε τη μουσική που σήμαινε άνευ όρων παράδοση, και θα ’ταν η ομορφότερη μουσική που θα ’χε ακούσει ποτέ του, κι ας έκανε ό,τι ήθελε ο άλλος, λίγο τον ένοιαζε. Θα καταλάβαιναν πως ο ίδιος δεν ήθελε να φύγει, πως απ’ την αρχή δεν είχε καμιά πρόθεση να το σκάσει, ήταν φανερό ― ο άλλος τον είχε τραβήξει στην έρημο, κι ήταν αυτή η ταινία που τους έδενε, διάολε, και δε μπορούσε να τη σπάσει. Κανείς δε μπορούσε να τη σπάσει, το ξέρανε. Θα τον πίστευαν, δε θα τον πίστευαν;
Δε θα τον πίστευαν. Δεν ήταν ανόητοι. Δεν υπήρχε ούτ’ ένας άνθρωπος στον κόσμο που θ’ αφηνόταν να οδηγηθεί μέχρι εδώ πέρα χωρίς τη θέλησή του. Ήταν φως-φανάρι. Ό,τι και να τους έλεγε, όσο και να ’κλαιγε και να παρακαλούσε, η αλήθεια ήταν μπροστά τους και δε γινόταν παρά να τη δουν. Το είχε σκάσει από τον Κώνο. Ήταν υπότροπος. Θα γυρνούσε πίσω και θα ’παιρνε ένα επίπεδο προαγωγή. Ίσως και δύο, γιατί όχι; Άλλος δρόμος δεν υπήρχε.
* * *
Υπήρχε μόνο ο ξερός βραχότοπος μπροστά τους. Έτρεχαν και βάδιζαν, έτρεχαν και βάδιζαν, με την ταινία να τεντώνεται ανάμεσά τους (τον είχε ρωτήσει: «Πώς θα την κόψουμε; πώς θα την κόψουμε;» κι εκείνος είχε χαμογελάσει γι’ άλλη μια φορά και είπε: «Μετά το ποτάμι ― θα το δούμε αυτό μετά το ποτάμι»), αλλά η ανάσα του είχε κοπεί και τα πόδια του δεν άντεξαν άλλο. Έπεσε χωρίς να το αισθανθεί πάνω σε μια πέτρα, έπεσε με το πρόσωπο πάνω σε μια πέτρα πυρωμένη απ’ τον ήλιο, κι ένιωσε στη στιγμή τη γλυκερή γεύση του αίματος να πλημμυρίζει το στόμα του. Προσπάθησε ν’ ανοίξει τα μάτια του ―έστω κι εκείνο το λίγο που του επέτρεπε το πρήξιμο―, αλλά δεν κατάφερε πολλά πράγματα. Ανάπνευσε κάνοντας τα πνευμόνια του να πονέσουν σα να του τα τρυπούσαν από μέσα, κι ανασηκώθηκε λίγα εκατοστά. Ο άλλος είχε παρασυρθεί απ’ το πέσιμό του και βρισκόταν κι αυτός πεσμένος δίπλα του, αναίσθητος, με το στόμα ανοιχτό και το θρυμματισμένο κομμάτι του βράχου κάτω από το κεφάλι του κόκκινο ― κι ακόμη πιο κόκκινο, ακόμη πιο κόκκινο, ένα κόκκινο που έτρεχε σιγανά, σιγανά, απλώνοντας σ’ όλο το αριστερό μισό της πέτρας και στάζοντας μετά σταγόνα-σταγόνα στο στεγνό χώμα. Ένα μυρμήγκι ξετρύπωσε απ’ το πουθενά και βούτηξε επιφυλακτικά ένα του πόδι μέσα στο πηχτό αίμα, και μετά ξανά, άλλες δυο φορές. Με σπουδή. Έπειτα χάθηκε πάλι.
Ανοιγόκλεισε το δεξί του μάτι ―το άλλο το ’νιωθε σα ραμμένο, ίσως και να το ’χω χάσει, σκέφτηκε― και στηρίχτηκε στον αγκώνα του. Πονούσε παντού κι άρχισε να βήχει κοφτά, με το λαιμό του να καίει. Η αναπνοή του άλλου ήταν σφυριχτή και βαριά. Την άκουγε με δυσκολία. Αλλά ζούσε ακόμα. Σίγουρα ζούσε ακόμα. Ίσως να τα κατάφερνε να ξανασηκωθεί όπου να ’ναι, και τότε θα συνέχιζαν. Τα δέντρα απείχαν λιγότερο από μισό χιλιόμετρο πια, και θα ορκιζόταν πως έβλεπε κινήσεις από πίσω τους. Αλλά δε μπορούσε να εμπιστεύεται το μάτι του. Ήταν τσιμπλιασμένο και πλημμυρισμένο στο αίμα, το ένιωθε. Όπως του άλλου. Αλλά ο άλλος τώρα τα ’χε κλειστά τα μάτια του και δε μπορούσε να δει τίποτε απολύτως. Ίσως όμως σηκωνόταν κάποια στιγμή. Ίσως δεν ήταν σοβαρό το χτύπημά του.
Ένα πράγμα μόνο ήταν σίγουρο: δεν έπρεπε να τον βρουν έτσι τα Καναρίνια. Όχι, Θε μου, δεν έπρεπε να τον βρουν έτσι. Δεν του ’χε μείνει στάλα δύναμη μέσα του και δε θα μπορούσε να τους εξηγήσει τίποτα, τίποτα, μ’ αυτό τον τρελό να κείτεται εδώ δίπλα του με το κεφάλι τσακισμένο κι όλον εκείνο τον κόσμο πίσω από τα δέντρα να τους κοιτάζει. Μ’ όλον εκείνο τον γκρίζο κόσμο να τους κοιτάζει κρυμμένος πίσω από τα δέντρα. Έπρεπε να σηκωθεί και να προχωρήσει ― είτε μπρος, είτε πίσω.
Έβαλε όση δύναμη μπόρεσε να συγκεντρώσει στο δεξί του χέρι και πίεσε σφίγγοντας τα δόντια του και φτύνοντας αίμα. Σηκώθηκε στα γόνατα και, πιάνοντας σφιχτά την ταινία, πλησίασε τον άλλον. Έμοιαζε να κοιμάται. Τον κοίταξε με προσοχή, σκιάζοντας το πρόσωπό του. Τι αμέριμνος που έδειχνε τώρα, σα μωρό! Ο τρελός, είχε ξεχάσει και τις αποδράσεις και τα πάντα. Κοιμόταν δυο βήματα μονάχα απ’ την ελευθερία του. Ελευθερία όμως για πόσο, ε; Για πόσο; Για μια βδομάδα; για ένα μήνα; για λιγότερο; Όχι, όχι, όχι ― δεν ήταν μόνο τρελός ― ήταν άρρωστος, ένας επικίνδυνος ψυχοπαθής ― ένας επικίνδυνος άνθρωπος. Κι ο ίδιος όμως! Αχ, κι ο ίδιος μήπως δεν ήταν τρελός, δεν ήταν επικίνδυνος, που αφέθηκε σαν ηλίθιος ν’ ακολουθήσει αυτό τον εγκληματία στο σιχαμερό τρέξιμό του μέσα στην κάψα; Δεν ήξερε καν τ’ όνομά του! Δεν ήξερε ούτε για ποιο λόγο τον είχανε συλλάβει ― ίσως δούλευε για τους Τερμίτες, ίσως―
―ίσως ήταν Τερμίτης! Θεέ μου, Θεέ μου, Θεέ μου, ναι ― κι αυτό το αηδιαστικό έντομο προηγουμένως δεν ήταν μυρμήγκι, ήταν τερμίτης, ήταν κι αυτό τερμίτης, γι’ αυτό δεν έφαγε το αίμα του. Σίγουρα, σίγουρα, δούλευε για κείνα τα γλοιώδη άτομα που θέλαν να ρίξουν τον Κυβερνήτη ― ήταν σάρκα απ’ τη σάρκα τους! Κι ήθελε να ρίξει τον Κυβερνήτη ― να τον ρίξει για ποιο λόγο; και πώς; με βόμβες και με σφαίρες και με ταραχές και με φωτιά! Θεέ Μεγαλοδύναμε, ναι, ήταν Τερμίτης, κι αυτός ήταν ένας θεόμουρλος τρελός που ’φυγε μαζί του χωρίς να του ’χει πριν κάνει την παραμικρότερη ερώτηση, χωρίς καν να του περάσει απ’ το μυαλό η ιδέα ότι ίσως είχε να κάνει μ’ έναν ακρατικό.
Κι ήξερε τι συνέπειες είχε η πράξη του. Του το ’χανε πει ―την πρώτη κιόλας μέρα που πάτησε το πόδι του στη Μυρμηγκοφωλιά―, του το ’χαν ξεκαθαρίσει: οποιαδήποτε συμμετοχή στις ενέργειες των ακρατικών σήμαινε άμεση προώθηση στο ανώτερο επίπεδο ― στην κορυφή! Και κορυφή σήμαινε ― όχι, δεν ήθελε να το ξέρει αυτό. Όχι, όχι, δεν το ’θελε. Ακόμα και στους δρόμους δε συζητάγανε για την κορυφή, παρά μόνο ψιθυρίζανε, μερικοί, μισόλογα και κάνανε περίεργες χειρονομίες. Η κορυφή ήτανε δυο, τρεις, δέκα θανατικές καταδίκες μαζί, κι ακόμα περισσότερο ― γιατί η κορυφή κράταγε. Και τώρα όλοι το ’χανε τούμπανο πως το ’χε σκάσει μ’ έναν Τερμίτη, και θα ’ταν σίγουροι πως είχε γίνει κι ο ίδιος Τερμίτης. Σίγουρα, σίγουρα, ναι… Μ’ άλλα λόγια (Να μη το σκέφτομαι!), είτε τώρα, είτε μετά από μια βδομάδα, είτε μετά από ένα χρόνο (Σε παρακαλώ, σε παρακαλώ, Θε μου, όχι, όχι…), αυτοί θα το θυμόντουσαν και θα τον έστελναν στο ανώτατο επίπεδο του Κώνου (Για να πεθαίνω εκεί για πάντα).
Όχι, όχι. Κάποια λύση έπρεπε να υπάρχει. Δεν ήταν δυνατό ― δεν ήταν δυνατό. Κι ήταν κι άδικο, πολύ πιο άδικο απ’ την ισόβια φυλάκισή του στο Α επειδή είχε μιαν απλή ανάμιξη σε μια ληστεία της πεντάρας. Άλλωστε, θα το θυμόντουσαν, τους είχε πει ένα σωρό ονόματα, κι ένα σωρό σχέδια που είχε πάρει τ’ αφτί του, τα πάντα. Αλλά τώρα ήταν πολύ πιο άδικο. Όχι, όχι. Θα γύριζε πίσω ― πίσω, πίσω, πίσω, νά τι θα ’κανε. Θα γύριζε πίσω και θα τους εξηγούσε. Θα τους έλεγε ότι ο άλλος τον είχε απειλήσει πως θα τον σκοτώσει αν δεν τον ακολουθούσε (Η ταινία, καταλαβαίνετε), κι ότι περίμενε όλες αυτές τις ώρες της αναγκαστικής του φυγής να βρει την καταλληλότερη στιγμή για να του ξεφύγει και να γυρίσει πίσω στον Κώνο. Γιατί το ήξερε πως ανήκε στον Κώνο. Ωραία; Ωραία. Ναι, αυτό ήταν. Δε μπορούσαν παρά να τον πιστέψουν. Άμα ήθελαν ας του κάνανε και το τεστ, σωστά ― πώς δεν το ’χε σκεφτεί αυτό πιο πριν; Ναι, να του κάνουνε το τεστ και να τον ρωτήσουν αν πραγματικά είχε ποτέ το σκοπό να το σκάσει από τον Κώνο. Ο Κώνος ήταν υγιής και καθαρός ― οι δρόμοι έξω βρομούσαν (αλλά η ταινία; η ταινία που δεν ήταν δυνατόν να κοπεί;), βρομούσαν, βρομούσαν. Υγιής, καθαρός και σωστός ― αυτό ήταν: σωστός. Όλα τ’ άλλα (αλλά η ταινία; πώς;) ήταν λάθος. Ένα τεράστιο, ανώφελο λάθος ― μια παρεξήγηση. Θα γύριζε πίσω (αλλά δεν ήταν μόνο η ταινία ― υπήρχαν κι άλλα πράγματα, που κόβονταν) και θα τους τα ’λεγε όλα καθαρά και ξάστερα. Προτού τον βρουν. Ναι. Αυτό ήταν. Θα γύριζε πίσω.
Χαμογέλασε και κοίταξε τον άλλο που είχε αρχίσει να ξυπνάει πια και πάλευε ν’ ανοίξει τα μάτια του. Του άπλωσε το χέρι κι εκείνος τού το ’πιασε. Κι έπειτα το ’φερε στο στόμα του, χαμογελώντας ακόμα. Στην πραγματικότητα ήθελε να γελάσει, αλλά τώρα είχε δουλειά να κάνει, με το στόμα του.
